

Το «όχι» είναι μια λέξη σημαντικά παρεξηγημένη. Τόσο μικρή, αλλά και με τεράστια δύναμη ταυτόχρονα. Συνοδεύεται από μια βαθειά ριζωμένη αντίληψη ότι το να λες «όχι» είναι κακό, είναι εγωιστικό, είναι γενικώς αρνητικά φορτισμένο. Οι παγιωμένες πια μέσα μας αντιλήψεις αυτές, πηγάζουν από τη συνήθεια των περασμένων γενεών να θεωρούν πως το να λέει κανείς «όχι» βλάπτει κάποιον άλλο και είναι ντροπιαστικό για τον ίδιο. Όφειλαν να είναι σωστοί και το σωστό για εκείνους μεταφραζόταν κυρίως σε μια παθητικότητα· να μη στεναχωρούν τους γύρω τους, να υποχωρούν με τους μεγαλύτερους, να μη φέρνουν αντιρρήσεις και κατά συνέπεια να λένε σε όλα ναι. Κάντε εικόνα μια μαμά λέει στο παιδί «αν πεις όχι θα στεναχωρηθεί παιδί μου η μανούλα» και τελειώνει το θέμα.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, γέμιζαν τύψεις οι γονείς τα παιδιά τους και τους μάθαιναν από τη νηπιακή ακόμη ηλικία, πως το να ικανοποιούν τις ανάγκες των άλλων είναι ιερή υποχρέωση. Παράλληλα και ασυνείδητα υιοθετώντας αυτόν τον τρόπο ζωής, μάθαιναν και πώς να καταπιέζουν τον εαυτό τους και να τον δυσαρεστούν. Με τα χρόνια, αυτό γίνεται βίωμα αναπόσπαστο· συνηθίζεις σε κάτι χωρίς να το έχεις επιλέξει καν εσύ ο ίδιος. Κι είναι εν τέλει τρομερό να πηγαίνει κανείς αντίθετα από αυτό που ορίζει και θέλει η ψυχή του. Είναι απάνθρωπο να σου επιβάλλουν έναν και μόνο τρόπο για να ζήσεις και να είσαι κοινωνικά αποδεκτός.
Όλα τα παραπάνω, σε πολλές περιπτώσεις φέρουν σωματικές ασθένειες. Το φορτίο είναι τεράστιο και η πίεση αφόρητη. Ο οργανισμός βρίσκεται σε μια συνεχή εσωτερική πάλη- όταν προσπαθεί να ζυγίσει τα θέλω του και τα πρέπει της κοινωνίας και να διαλέξει σύμφωνα με ποια θα πράξει. Όταν η ψυχή όμως πονάει, το σώμα μιλάει κι έτσι εμφανίστηκαν τα αυτοάνοσα, οι κρίσεις πανικού, η κατάθλιψη, που είναι συμπτώματα -πολύ συχνά- ενός καταπιεσμένου ανθρώπου. Μιας ψυχής που δεν ακούγεται και δεν εκφράζει αυτό που πραγματικά επιθυμεί.
Είναι μείζονος σημασίας να αναφερθεί ότι αυτές οι απαρχαιωμένες αντιλήψεις άρχισαν να γκρεμίζονται με την ανάπτυξη της επιστήμης της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής. Τα λεπτά αυτά θέματα τα τελευταία χρόνια -ευτυχώς- παίρνουν μιαν άλλη διάσταση, αναγνωρίζονται και αντιμετωπίζονται. Σε μια κοινωνία που θεωρούσε μέχρι πρότινος ότι τον ψυχολόγο και τον ψυχίατρο τον χρειάζονται «οι τρελοί» και με αυτή τη φράση εννοούσαν ανθρώπους με βαριά ψυχιατρικά νοσήματα, έρχονται οι νεότερες γενιές να το ανατρέψουν. Με σύμμαχο τη γνώση και τη θέληση για ουσιαστική αλλαγή, οι νέοι καταβάλλουν προσπάθειες, ώστε να αποβάλουν αυτό το ταμπού και να απελευθερωθούν. Όλο ένα και περισσότεροι είναι αυτοί, οι οποίοι αποφασίζουν να επουλώσουν τα ψυχικά τους τραύματα κάνοντας ψυχανάλυση. Απομυθοποιούν τη μίζερη θέση γύρω από το «όχι» και το λένε όλο και πιο δυναμικά, προσπαθώντας να θέσουν τα δικά τους όρια.
Κατά βάση, επιχειρούν να μάθουν και να πράξουν ως ενήλικες, αυτά τα οποία δεν μπόρεσαν να τους διδάξουν οι γονείς τους. Εδώ, να σημειωθεί ότι όσο πιο μεγάλος ηλικιακά είναι ένας άνθρωπος, τόσο δυσκολότερη είναι και η αλλαγή, χωρίς βέβαια αυτό να την καθιστά ακατόρθωτη. Η δύναμη τής συνήθειας είναι τεράστια, ακόμα κι όταν κάποιος πληγώνεται από αυτή. Συνεπώς, ορίζουν τα δικά τους θέλω σύμφωνα με αυτό που τους λέει η καρδιά τους. Βέβαια, καλό θα ήταν καμιά βαριά κατηγορία να μην αποδίδεται στους γονείς, διότι και αυτοί με τη σειρά τους αυτό έμαθαν να πράττουν από τους δικούς τους γονείς. Επομένως, το να λένε σε όλα ναι ήταν μονόδρομος και το να πει κανείς όχι, θεωρούνταν αυτομάτως κακεντρεχές, εγωκεντρικό, ενώ υποδήλωνε ασεβή συμπεριφορά.
Συμπερασματικά, το άγχος κι ο πανικός που γεννά αυτή η τόσο δα μικρή λέξη είναι τρομακτικά τεράστιο. Πολλοί σκέφτονται «μα πώς θα πω όχι;, «τι να πω για να μη γίνω κακός;» και πολλά άλλα. Στην πραγματικότητα, κανένας δεν πρέπει να αισθάνεται άσχημα και άβολα, επειδή έχει το θάρρος να υποστηρίξει τη θέση του. Κανένας δεν οφείλει τίποτα σε κανέναν άλλον. Είναι εντάξει να έχεις αντίθεση άποψη και να υποστηρίζεις τη δική σου θέση. Το «όχι» πρέπει να λέγεται και να γίνεται αποδεκτό και σεβαστό από τους πάντες. Μη στερήσεις από τον εαυτό σου το δικαίωμα σε μια ελεύθερη ζωή, ζώντας τη μέσα από τα παπούτσια κάποιου άλλου.