

Και μου είπες, μη μ’ αφήσεις.
Και δε σε άφησα.
Κι από τότε, από μακριά αγαπιόμαστε.
Είναι η άνοιξη υπέροχη και ο Απρίλης μαγευτικός μήνας, με τόσα αρώματα και χρώματα. Μεγαλώνει η μέρα, μας χαμογελάει ο ήλιος αλλά έχει και λίγη ψύχρα- θερμοκρασία ιδανική για αγκαλιές· αν δεν έχεις ερωτευτεί τέτοια εποχή, έλα Παναγία μου, αποκλείεται! Κάθε άνοιξη, λοιπόν, είτε θα ζεις έναν έρωτα είτε τη θύμηση αυτού, αφού γυρνάει το μυαλό σε σκηνικά και καταστάσεις που σε έχουν χαράξει κι ας είσαι τώρα μακριά από αυτά- άλλο αυτό.
Είναι που η ευτυχία είναι η επανάληψη ωραίων στιγμών, που σε κάνει να νιώθεις τόσο όμορφα; Ένα συναίσθημα νέο που δεν ήξερες τι να το κάνεις; Που μπορεί να σε τρόμαζε ή να σε τρομάζει αλλά σου θυμίζει πώς είναι να είσαι ζωντανός; Είναι που θεωρείς ότι εκεί, σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να είχε πάει καλύτερα και να μην είχαν διαλυθεί όλα; Σ’ αυτό το τελευταίο γράψε λάθος, γιατί θα ήσασταν άλλοι άνθρωποι αν ήταν αλλιώς. Είναι που αυτά που έχουμε φανταστεί και ονειρευτεί ειδικά μαζί με τον άλλον, είναι αυτά που μας απογοητεύουν και μας πικραίνουν πιο πολύ; Είναι τα λόγια του έρωτα;
«Νουδ’ ο Καλύβας έρχεται, νουδ’ ο Λεβεντογιάννης.» Αυτά, είναι απλά μια εκδοχή. Η αλήθεια είναι πως γυρνάς, γιατί ποτέ δεν αφήσατε ο ένας τον άλλον να φύγει από μέσα σας. Βασικά, δεν αφήσατε να φύγει γενικά κι όχι μόνο από μέσα! Πάντα επιστρέφετε και ξανά χάνεστε- έστω και νοερά. Κι από εικονες; Από μνημες; Όρεξη να ‘χεις να αναπολείς.
Σαν εκείνη, μέσα στο μπαρ, πριν το πρώτο φιλί, κάτω από κάτι νερατζιές—γεμάτη η Αθήνα ακόμα από ανθισμένες, ευωδιαστές νερατζιές! Τότε, που προσπαθούσες να τραβήξεις την προσοχή του ανθρώπου που σε ενδιαφέρει, χωρίς να ξέρεις ακόμα αν ενδιαφέρεται το ίδιο. Μιλάτε για τους διπλανούς στο μπαρ που σας φλερτάρουν και γελάτε, αλλά όλα έχουν ένα όριο. Και είναι Άνοιξη. Ο Απρίλης μόλις έχει κάνει την εμφάνισή του, κι εσείς μιλάτε ακόμα για τους άλλους. Σου κόβεται το γέλιο όταν σου λέει πως, τουλάχιστον, το διπλανό άτομο—επίσης καθισμένο στο μπαρ—προσπαθεί να μπει στο παιχνίδι και φλερτάρει! Παίρνεις λίγα δευτερόλεπτα—που σου φάνηκαν σαν ώρα—και μερικές ανάσες για να μην αντιδράσεις αμέσως και φανείς κιόλας.
Και πόσο να κρατηθείς; Τραβιέστε έξω από το μπαρ να πείτε κάτι. Πολλή φασαρία μέσα, πού να συνεννοηθείς. Ωραία. Και τώρα τι ήθελες να πεις; Πού να ξέρεις… και καμία σημασία δεν είχε! Και μετά έρχονται κοντά τα χείλη. Και λες. Και λέει. Και τα είπατε! Και ήταν όλα πολύ ωραία!
Αυτή, ήταν η αρχή. Η αρχή στην οποία κάθε άνοιξη επιστρέφεις.
Αλήθεια, πώς είχατε βρεθεί στο μπαρ; Α, τυχαία και καμία σημασία δεν έχει, γιατί εκεί είχε προγραμματιστεί από τα άστρα το πρώτο φιλί. Πρωταπριλιά, στις ανθισμένες νεραντζιές της Αθήνας, έξω από ένα αγαπημένο στέκι-μπαρ, με όμορφους ανθρώπους και δυνατά τραγούδια. Συνέχεια μιας βραδιάς, με ένα τυχαίο τσεκάρισμα ποιότητας χιούμορ, ευγένειας και γέλιου! Όλα έδεσαν. Ένα σκηνικό που έτσι έπρεπε να αποτυπωθεί κι έτσι έγραψε—κι έμεινε μέσα στον καθένα, μοναδικά και ξεχωριστά.
Από τότε, ποτέ δεν αφήσατε ο ένας τον άλλον. Ήσασταν πάντα εκεί και είστε ακόμα. Όλες τις ημέρες και κάθε εποχή. Κι ας ήταν τότε Πρωταπριλιά, μεγαλύτερη αλήθεια ο ένας μέσα στον άλλο, δε συναντήσατε ποτέ ξανά.