Ο Ρασκόλνικοφ, ο νεαρός φοιτητής της Αγίας Πετρούπολης, δεν ήταν απλώς ένας φτωχός άνθρωπος που υπέκυψε στην απελπισία. Ήταν ένας διανοούμενος που πάλεψε με τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Στην ψυχή του συγκρούονταν η ηθική και η φιλοδοξία, η συμπόνια και η υπεροψία, το ιδανικό και η σκληρή πραγματικότητα. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά μια φιλοσοφική πραγματεία για τα όρια της ηθικής, τη φύση της εξουσίας και τον κίνδυνο της υπεροχής.

Στην ουσία του, το βιβλίο θέτει το ερώτημα: Υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται πέρα από το καλό και το κακό; Μπορούν κάποιοι να υπερβούν τις ηθικές επιταγές της κοινωνίας και να γίνουν οι ίδιοι νομοθέτες της ζωής και του θανάτου; Ο Ρασκόλνικοφ, επηρεασμένος από τη μορφή του Ναπολέοντα και άλλων μεγάλων ιστορικών προσωπικοτήτων, πιστεύει ότι ναι. Πιστεύει πως ο κόσμος χωρίζεται σε δύο κατηγορίες ανθρώπων: στους «συνηθισμένους», που ακολουθούν τους νόμους και παραμένουν στο περιθώριο της ιστορίας, και στους «εξαιρετικούς», που έχουν το δικαίωμα να δημιουργούν νέους κανόνες, ακόμα και αν αυτό σημαίνει την παραβίαση των υπαρχόντων.

Αυτή η σκέψη αποτελεί την προοικονομία της φιλοσοφίας του Νίτσε περί «υπερανθρώπου». Ο Νίτσε, δεκαετίες αργότερα, θα μιλήσει για τον άνθρωπο που υπερβαίνει την παραδοσιακή ηθική και δημιουργεί τις δικές του αξίες. Ο υπεράνθρωπος δεν περιορίζεται από τα δεσμά της ηθικής, αλλά επιβάλλει τη δική του βούληση στον κόσμο. Ωστόσο, εκεί που ο Νίτσε βλέπει μια δυναμική πορεία προς την αυτοπραγμάτωση, ο Ντοστογιέφσκι διακρίνει μια επικίνδυνη αυταπάτη που οδηγεί στην καταστροφή.

Το ερώτημα του Ρασκόλνικοφ δεν είναι μια αφηρημένη φιλοσοφική συζήτηση. Είναι ένα δίλημμα που συνεχίζει να βρίσκει εφαρμογή στη σύγχρονη πολιτική και επιχειρηματική σκηνή. Σήμερα, ισχυροί πολιτικοί ηγέτες, μεγιστάνες της τεχνολογίας και στρατιωτικοί διοικητές συχνά υιοθετούν μια στάση που τους τοποθετεί πάνω από τον νόμο, θεωρώντας ότι οι πράξεις τους δικαιολογούνται από το όραμά τους για το «μεγαλύτερο καλό». Ο Ρασκόλνικοφ πίστευε ότι ο φόνος της γριάς τοκογλύφου ήταν μια πράξη αναγκαία για την κοινωνική πρόοδο. Με τον ίδιο τρόπο, οι ηγεσίες του σύγχρονου κόσμου λαμβάνουν αποφάσεις που θυσιάζουν τις ηθικές αξίες στο όνομα της ανάπτυξης, της εθνικής ασφάλειας ή της τεχνολογικής εξέλιξης.

Η ιδέα ότι κάποιοι βρίσκονται πέρα από το καλό και το κακό μπορεί να οδηγήσει σε αυταρχισμό, ανισότητες και ηθική διάβρωση. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων που θεώρησαν ότι είχαν το δικαίωμα να παραβιάσουν ηθικούς κανόνες για χάρη ενός «ανώτερου σκοπού». Οι αυτοκράτορες της Ρώμης, οι μονάρχες του Μεσαίωνα, οι δικτάτορες του 20ού αιώνα, οι κολοσσοί της τεχνολογίας στον 21ο αιώνα – όλοι, με τον τρόπο τους, υιοθέτησαν την ίδια λογική. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Και αν ναι, ποιος ορίζει τον σκοπό;

Πριν από δύο χρόνια, η Ελλάδα βίωσε μια τραγωδία που ανέδειξε με τον πιο οδυνηρό τρόπο αυτήν ακριβώς τη σύγκρουση. Το δυστύχημα στα Τέμπη δεν ήταν απλώς ένα «ατύχημα». Ήταν η συνέπεια μιας νοοτροπίας όπου η εξουσία θεωρεί ότι μπορεί να παραβιάζει κανόνες, να θυσιάζει ζωές στο όνομα της «ανάπτυξης», της «προόδου» ή, απλώς, της αδιαφορίας. Άνθρωποι που κρατούσαν θέσεις ευθύνης έδρασαν σαν να ήταν υπεράνω της ηθικής – σαν να μην υπήρχαν συνέπειες για τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους. Και όμως, υπήρχαν. 

Η στάση των πολιτικών απέναντι στην τραγωδία των Τεμπών δε διαφέρει πολύ από τη λογική του Ρασκόλνικοφ. Όπως εκείνος θεώρησε ότι μπορούσε να αφαιρέσει μια ζωή στο όνομα ενός «ανώτερου» σκοπού, έτσι και το κράτος, με την αδιαφορία, την ανικανότητα και τις αλυσιδωτές παραλείψεις του, αντιμετώπισε την ασφάλεια των πολιτών ως έναν δευτερεύοντα παράγοντα μπροστά σε οικονομικά συμφέροντα, πολιτικές σκοπιμότητες και τη διατήρηση της εξουσίας. Μετά την τραγωδία, η διαχείριση του θέματος έδειξε ακριβώς αυτή τη νοοτροπία: η μετάθεση ευθυνών, η υποβάθμιση του ζητήματος και η προσπάθεια συγκάλυψης θύμιζαν έναν άνθρωπο που προσπαθεί να δικαιολογήσει το αδικαιολόγητο, όπως ακριβώς έκανε ο Ρασκόλνικοφ μετά τον φόνο.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο η αρχική πράξη, αλλά η άρνηση ανάληψης ευθύνης. Ο Ρασκόλνικοφ πίστευε ότι θα μπορούσε να ζήσει με το βάρος της πράξης του, να παραμείνει αλώβητος, αλλά τελικά η ενοχή τον καταρράκωσε. Αντίστοιχα, οι πολιτικοί που αγνόησαν τις ευθύνες τους και υποτίμησαν την οργή της κοινωνίας ίσως πίστεψαν ότι το θέμα θα ξεχαστεί, ότι οι πολίτες θα συνεχίσουν να αποδέχονται την ανευθυνότητα ως δεδομένη. Όμως, όπως ο Ρασκόλνικοφ οδηγήθηκε στην κατάρρευση, έτσι και οι κοινωνίες που επιτρέπουν τέτοιες νοοτροπίες τελικά καταρρέουν υπό το βάρος της αδικίας.

Ο Ντοστογιέφσκι, μέσα από την πορεία του Ρασκόλνικοφ, δείχνει πως αυτή η σκέψη οδηγεί στην αποξένωση, την ενοχή και, τελικά, στην αυτοκαταστροφή. Ο Ρασκόλνικοφ, παρά τη διανοητική του υπεροχή, δεν αντέχει το βάρος της πράξης του. Ανακαλύπτει ότι δεν είναι Ναπολέων, δεν είναι υπεράνθρωπος, αλλά ένας απλός άνθρωπος που συντρίβεται από το ίδιο του το έγκλημα. Αυτή η εσωτερική συντριβή αποτελεί τη μεγαλύτερη διάψευση της θεωρίας του.

Αντίστοιχα, η ιστορία έχει δείξει ότι οι κοινωνίες που επιτρέπουν την ηθική παρέκκλιση στο όνομα ενός ανώτερου σκοπού τελικά πληρώνουν το τίμημα. Η κατάρρευση των απολυταρχικών καθεστώτων, η απαξίωση των εταιρειών που εκμεταλλεύτηκαν τους ανθρώπους, η αντίσταση απέναντι σε ηγεσίες που χρησιμοποίησαν την εξουσία για προσωπικό όφελος – όλα αυτά αποδεικνύουν ότι κανείς δεν μπορεί να υπερβεί την ηθική χωρίς συνέπειες.

Το δυστύχημα στα Τέμπη, οι διαρκείς πολιτικές κρίσεις, τα σκάνδαλα που αποκαλύπτονται κάθε τόσο – όλα αυτά αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας νοοτροπίας. Μιας κοινωνίας όπου κάποιοι νιώθουν «εξαιρετικοί», όπου οι κανόνες είναι για τους «άλλους», όπου οι ζωές μπορούν να γίνουν αριθμοί σε μια στατιστική αν αυτό εξυπηρετεί έναν «ανώτερο σκοπό». Και όμως, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: ποιος ορίζει τον σκοπό; Ποιος αποφασίζει ποιοι κανόνες αξίζουν να τηρούνται και ποιοι να αγνοούνται;

Σε έναν κόσμο όπου η εξουσία συχνά συγχωρεί την ηθική παρέκκλιση, η απάντηση του συγγραφέα είναι σαφής: κανείς δεν μπορεί να υπερβεί την ηθική χωρίς συνέπειες, είτε αυτές είναι προσωπικές, κοινωνικές είτε ιστορικές. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μπορούμε να ξεπεράσουμε την ηθική για ένα μεγαλύτερο καλό, αλλά αν μπορούμε να προοδεύσουμε χωρίς να την προδώσουμε.

Συντάκτης: Έφη Ζ.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη