Καθόταν δίπλα, είχα καιρό να τον συναντήσω, έπινε αργά αλλά χτυπούσε το ποτήρι με δύναμη στην μπάρα όλο ζοχάδα. Δεν ήμασταν και κολλητοί, αλλά είχαμε ανταλλάξει δύο κουβέντες κάποτε.

Με κοίταξε δύο φορές απανωτές, έκανε να μιλήσει, τελικά μίλησε.

«Παντού σαπίλα και δυσωδία. Εσύ δεν είσαι που γράφεις για τις σχέσεις;»

«Εγώ είμαι» του λέω και γνέφω να μας βάλει δύο ποτά, και του δίνω το ύφος οτι τον ακούω.

«Λοιπόν άκου, γιατί θέλω να τα πω και γράψ’τα έτσι ακριβώς! Πριν λίγο καθόταν εδώ μία φίλη και μου είπε: «Δεν ξέρω αν ο άντρας έρχεται για μένα ή έρχεται μ’ εμένα επειδή απλώς είμαι γυναίκα.» 

Ε, λοιπόν, ναι, αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές, γιατί  ο άντρας που θέλει  μια συγκεκριμένη γυναίκα μένει στα κρύα του λουτρού, όχι γιατί μπορεί αυτή η γυναίκα να μην τον θέλει, αλλά για τελείως άσχετους με το «θέλω» λόγους. Ίσως μόνο και μόνο για να τον «παίξει», μόνο επειδή θα είναι κι ένα σωρό άλλοι άντρες να τη θέλουνε το ίδιο.

Έχει πάντα να διαλέξει ανάμεσα σε πολλούς, ενώ ο άντρας είναι καταδικασμένος σ’ αυτό που λέει η φράση «η καλύτερη γυναίκα είναι αυτή που με θέλει». Την πιάνεις την ξεφτίλα μας;

Καταλαβαίνεις τι σόι σεξιστική και συναισθηματική καταπίεση σημαίνει αυτή η κατάσταση για τον άντρα;

Είμαστε καταδικασμένοι να «θέλουμε» μονάχα τη γυναίκα που τελικά θα μας πει «σε θέλω».

Ξέρεις έχω φύγει από εδώ. Λονδίνο είμαι. Ήμουν απελπισμένος, οικονομικά, τρέχαν κάτι νοίκια, ερωτικά, τρέχαν κάτι γκόμενες και δεν τις φτάναμε. Ξέρεις, όλοι μας ξέρουμε. Να έρχεται η άλλη να χορεύει δίπλα  σου και να μην μπορείς να κεράσεις ποτό, να κάνεις παιχνίδι. Και να μην είσαι από τους άλλους γαμώτο, να είσαι από αυτούς που θέλεις να προσφέρεις. Ξέρεις, όλοι μας ξέρουμε.

Γιατί να σου πώ και ο έρως προκαλείται με τις κατάλληλες μεθόδους.

Που λες σάλταρα, λέω δε βαριέσαι ρε αδερφέ, ας πάμε να δοκιμάσουμε και πήγα.

Είχα εκεί κάτι φιλαράκια, αν δεν είχα ούτε θα το δοκίμαζα, τι νομίζεις μικροαστικές φοβίες έχουμε όλοι μας και με φιλοξένησαν για δύο μήνες. Βρήκα και δουλειά σε μία παμπ, από αυτές των ομάδων.

Και ο καιρός περνούσε και εγώ συνήθισα. Συνήθισα και την ξινίλα τους, και την ομορφιά τους.

Άκου τώρα την ιστορία.

Ένα βράδυ που είχε αγώνα και εγώ πνιγόμουν στην δουλειά, έρχονται τρεις γυναικάρες και κάθονται στο μπαρ.

Εγώ δεν είχα χρόνο ούτε νερό να πιω, όχι να κάνω παιχνίδι.

Όλοι μέσα στο μαγαζί κοιτούσαν τον αγώνα, τις είχανε γραμμένες τις τύπισσες και αυτές πίνανε φίλε, πίνανε πολύ. Όλες οι γκόμενες που γνώρισα εκεί πίνουνε. 

Σε κάποια φάση έχει τελειώσει ο αγώνας, έχει χάσει η ομάδα αυτών που έρχονται στο μπαρ και αυτοί που έχουν καθίσει έχουν γίνει χώμα. Συνηθισμένα καθημερινά πράγματα, σε τέτοιο βαθμό, που δεν ήθελα να βάλω ποτό καν στο στόμα μου.

Περνούσε η ώρα, και στο τέλος μείναμε εγώ, ακόμα ένα παιδί σερβιτόρος, δύο παρέες αντρών και οι γκόμενες.

Έρχεται ένας από την μία παρέα, παραγγέλνει ακόμα μία γύρα και μου λέει να φτιάξω στις κοπελιές κάτι πολύ δυνατό, να τις «στείλει». Τι να κάνω και εγώ, το δίκαιο δεν είναι του εργάτη, αλλά αυτού που πληρώνει, βάζω τα σφηνάκια, τα πάω, χαιρετιούνται και τα πίνουνε.

Α, να σου τονίσω ότι όταν έφευγε ο κόσμος και το αφεντικό, βάζαμε κάτι μπλουζ, για την καψούρα μας.

Λοιπόν έρχονται οι δικοί σου, τέσσερις ήταν, κατευθείαν στις κοπέλες και μου παραγγέλνουν ακόμα μία γύρα για όλους. Αρχίζουν τη συζήτηση και δείχνουν να περνάνε καλά, οι κοπελιές να ανταποκρίνονται κανονικά. Αυτοί όμως ήτανε χώμα αδερφέ μου, να τους λυπάσαι.

Και εδώ ξεκινάει το σόου, αρπάζει ο ένας την ξανθιά και πάει να την φιλήσει. Η τύπισσα τον απομακρύνει, αλλά σηκώνεται και χορεύει μαζί του.

Να λέμε την αλήθεια, πολύ γουστάρω να κάνω μπανιστήρι σε τέτοιες καταστάσεις κυνηγιού, όπου δεν ξέρεις ποιος είναι το θύμα και ο θύτης.

Όταν τελειώνει το τραγούδι κάθονται ξανά και η κοπελιά κάνει κάτι εξωπραγματικό, πιάνει τον φίλο του και τον φιλάει. Σημειωτέον ότι ο τύπος τόση ώρα καθόταν σχεδόν αμέτοχος. Έχουμε σαστίσει όλοι και περισσότερο ο ίδιος.

Και να σου πω, ανταποκρίθηκε ο τυπάς, αντί να της πει μωρή καριόλα με ποιους παίζεις; Ανταποκρίθηκε.

Προφανώς ο άλλος σπάστηκε, έκανε να τον αρπάξει, τον κρατήσανε οι άλλοι και τον πήρανε και φύγανε σηκωτό. Ενώ ο φίλος του γευόταν τα ωραία φιλιά εκείνης που προοριζόταν για τον κολλητό του.

Η πλάκα είναι ότι μόλις έφυγε ο τσατισμένος, η άλλη έκανε πέρα και τον δεύτερο και έκατσε αναπαυτικά στο σκαμπό. Ο άλλος δίπλα, που τώρα πια δεν του ήταν αδιάφορη, να την παρακαλάει.

Προφανώς τον άλλον τον πήγαν σπίτι του, και είδανε να μπαίνει και μέσα, αυτός όμως γύρισε και όχι μόνος, είχε φέρει και συντροφιά ένα συμπαθέστατο baby desert eagle.

Τον βλέπουν παγώνουν, είχε χάσει τα λογικά του, όταν μιλάει η ζήλια και το ποτό, το πιο νορμάλ άτομο μπορεί να γίνει εν δυνάμει δολοφόνος.

Πώς νομίζεις γίνονται τα φονικά;

Ρίχνει δύο στον φίλο του, τον ξαπλώνει κάτω και δύο στην κοπέλα. Πέφτει και αυτή και φεύγει σαν κύριος. Μετά τον πιάσανε να προσπαθεί να αυτοκτονήσει, χωρίς επιτυχία.

Όλα αυτά μπροστά στα μάτια μας. Γι αυτό σου λέω φίλε, είμαι αηδιασμένος από τις σχέσεις των ανθρώπων και τις λασκαρισμένες τους βαλβίδες. 

Και έρχεται η άλλη να μας πει ότι δεν ξέρει αν έρχεται γι αυτήν ο άντρας η για το αν είναι γυναίκα.»

Αυτά είπε ο φίλος χωρίς διακοπή, και έμεινε να κοιτάει στο άπειρο. Πλήρωσε, και σηκώθηκε να φύγει αγανακτισμένος.

Αυτός πάντως τα είπε. Κι εγώ τα έγραψα.

 

Συντάκτης: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος