

Η ιστορία μας.
Δύο ονόματα που ήχησαν σ’ ένα δωμάτιο.
Δύο χέρια που αντάμωσαν.
Δύο ζευγάρια μάτια που κοίταξαν το ένα τ’ άλλο για πρώτη φορά.
Οι συναντήσεις που γίνονταν όλο και πιο συχνές.
Μια φιλία που άρχισε.
Δύο σώματα που άρχισαν να γνωρίζονται.
Μία καθημερινότητα που ξεκίνησε.
Δύο καφέδες που έγιναν 1000.
Δύο αγκαλιές που ενώθηκαν.
Τα βλέμματα που αντάμωναν όλο και πιο συχνά.
Ένας έρωτας που ξεκίνησε μονόπλευρα.
Συναισθήματα που πνίγηκαν στο όνομα της φιλίας.
Μια κοπέλα μπερδεμένη.
Ο φίλος που στάθηκε στα δύσκολα.
Δύο παιδιά μαζί και χώρια.
Δύο ζευγάρια χέρια που δε χώριζαν ποτέ.
Δύο χαμόγελα μόνιμα καρφωμένα πάνω τους.
Και κάπως έτσι πέρασε ο καιρός. Ήταν ευτυχισμένοι.
Η κοπέλα ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα των αισθήσεων.
Το αγόρι της είπε πως δε νιώθει έτσι πια γι’ αυτή, κι ας ήξεραν κι οι δύο ότι λέει ψέματα.
Το αγόρι την πλήγωσε για να τη διώξει μακριά του.
Το αγόρι πίστευε πως άμα την κάνει να τον μισήσει θα τον ξεχάσει.
Το αγόρι πίστευε πως δεν μπορεί να την κάνει ευτυχισμένη και μακριά του θα ήταν ευτυχισμένη.
Το αγόρι αποφάσισε και για τους δύο.
Τα μάτια που δεν έπαιρνε τα δικά της από πάνω τους, συνειδητοποίησε ότι της ήταν απαραίτητα και τα πιο όμορφα που είχε δει.
Η αγκαλιά που κούμπωνε στη δικιά της ήταν αυτή η μία και μοναδική που είχε φτιαχτεί γι’ αυτή.
Τα χέρια που δεν άφηναν ποτέ τα δικά της να παγώνουν ήταν αυτά που θα την κράταγαν ζεστή για όσο θα ζούσε.
Το χαμόγελο του άρχισε να τη μαγνητίζει μέρα τη μέρα όλο και πιο πολύ.
Οι κουβέντες μέχρι το ξημέρωμα ήταν αυτές που της κρατάνε συντροφιά ακόμα μέχρι τα ξημερώματα, κι ας μην είναι αυτός εκεί.
Τα τραγούδια τους τα ακούει ακόμα μόνη της για να θυμάται τις στιγμές τους.
Μπορεί να είναι μακριά και να μην ξέρει τα νέα του, όμως το νιώθει όταν δεν είναι καλά.
Τα αστεία του τα θυμάται ακόμα για να γελάει όταν αυτός ο κόσμος της φαίνεται δύσκολος χωρίς αυτόν στο πλάι της.
Γράμματα που στάλθηκαν και η απάντηση τους πνίγηκε στον εγωισμό.
Γράμματα που δε στάλθηκαν και δε θα μάθει ποτέ τι έγραφαν.
Άλλα που δημοσιεύτηκαν, αλλά δε θα μαθευτεί ποτέ ο αποστολέας τους.
Τραγούδια που γράφτηκαν και δεν τραγουδήθηκαν.
Ποιήματα που γράφτηκαν και δεν τα απήγγειλε κανείς.
Λόγια που γίναν δάκρυα και μούσκευαν τα βράδια το μαξιλάρι.
Συναισθήματα που πνίγηκαν μέσα στο χρόνο και στον εγωισμό.
Δύο ζευγάρια μάτια που δε θα ιδωθούν ποτέ ξανά.
Ένα ζευγάρι χέρια που θα μένουν παγωμένα για πάντα.
Μια αγκαλιά που δε θα δοθεί σε καμία άλλη.
Ένα χαμόγελο που έσβησε.
Αυτή ήταν η ιστορία τους.